The first mention of the cupcake can be traced as far back as 1796, when a recipe notation of “a cake to be baked in small cups” was written in American Cookery by Amelia Simmons. The earliest documentation of the term cupcake was in “Seventy-five Receipts for Pastry, Cakes, and Sweetmeats” in 1828 in Eliza Leslie’s Receipts cookbook.

dish4In the early 19th century, there were two different uses for the name cup cake or cupcake. In previous centuries, before muffin tins were widely available, the cakes were often baked in individual pottery cups, ramekins, or molds and took their name from the cups they were baked in. This is the use of the name that has remained, and the name of “cupcake” is now given to any small cake that is about the size of a teacup. While English fairy cakes vary in size more than American cupcakes, they are traditionally smaller and are rarely topped with elaborate icing.

The other kind of “cup cake” referred to a cake whose ingredients were measured by volume, using a standard-sized cup, instead of being weighed. Recipes whose ingredients were measured using a standard-sized cup could also be baked in cups; however, they were more commonly baked in tins as layers or loaves. In later years, when the use of volume measurements was firmly established in home kitchens, these recipes became known as 1234 cakes or quarter cakes, so called because they are made up of four ingredients: one cup of butter, two cups of sugar, three cups of flour, and four eggs. They are plain yellow cakes, somewhat less rich and less expensive than pound cake, due to using about half as much butter and eggs compared to pound cake. The names of these two major classes of cakes were intended to signal the method to the baker; “cup cake” uses a volume measurement, and “pound cake” uses a weight measurement.


Η πρώτη αναφορά του cupcake (κάπ κέικ) μπορεί να εντοπιστεί ήδη από το 1796, όταν στον τίτλο μίας συνταγής της Αμέλια Σίμονς Αμερικάνικη Μαγειρική, αναφέρεται “Ένα κέικ που ψήνεται σε μικρές κούπες”. Νωρίτερη αναφορά του όρου cupcake (κάπ κέικ) υπήρξε στο “75 Συνταγές για Γλυκά, Κέικ και Γλυκίσματα” το 1828 στο Βιβλίο Συνταγών της Ελίζας Λέσλι. 


Στις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξαν 2 διαφορετικές χρήσεις της ονομασίας, το cup cake (κάπ κέικ) και το cupcake (κάπκέικ). Σε προηγούμενους αιώνες, πριν κυκλοφορήσει ευρέως  το ταψί για μάφιν, τα κέικ συχνά ψηνόντουσαν σε μεμονωμένα φλιτζάνια του τσαγιού, σε ρέμεκινς ή σε φόρμες και πήραν το όνομα από τα cups (φλιτζάνια) που ψήθηκαν μέσα. Αυτή η χρήση των φλιτζανιών και των μεμονωμένων φορμών καθόρισαν και το όνομα που έχει παραμείνει το ίδιο έως και σήμερα, και ορίζει το όνομα “cupcake” (κάπκέικ) να δίδεται σε κάθε μικρό κέικ που είναι στο μέγεθος  ενός φλιτζανιού του τσαγιού. Εν τω μεταξύ τα Αγγλικά  fairy cakes (κέικ της νεράιδας) δεν έχουν πολλά μεγέθη και διαφέρουν από τα Αμερικάνικα cupcakes (κάπκέικς), διότι είναι παραδοσιακά μικρότερα και σπανίως ολοκληρώνονται με περίτεχνο γλάσσο.

Το άλλο είδος  “cup cake” (κάπ κέικ), αναφέρεται στα κέικ των οποίων τα υλικά είναι μετρημένα χρησιμοποιώντας μια κούπα, αντί για ζύγισμα. Οι συνταγές των οποίων τα υλικά μετρούνται με κούπα, μπορούν επίσης να ψηθούν και σε κούπες, ωστόσο χρησιμοποιούνταν για να ψήνουν τούρτες σε ορόφους με στρώσεις ή για το κέικ ταψιού (καρβέλι). Στα επόμενα χρόνια όταν η χρήση της ογκομετρικής μέτρησης (με κούπες) καθιερώθηκε ευρέως  στις σπιτικές συνταγές, αυτές οι συνταγές έγιναν γνωστές ως 1234 cakes (1234 κέικ) ή quarter cakes (κέικ του τετάρτου), ονομάστηκαν έτσι γιατί τα υλικά τους ήταν : μία κούπα βούτυρο, δύο κούπες ζάχαρη, τρείς κούπες αλεύρι και τέσσερα αυγά. Ήταν απλά κίτρινα κέικ κάπως λιγότερο πλούσιο και λιγότερο δαπανηρό απ’ ότι το κέικ λιβρών (pound cake), διότι χρησιμοποιούσε τη μισή ποσότητα βουτύρου και αυγών σε σύγκριση με το κέικ λιβρών (pound cake).  Οι ονομασίες αυτών των δύο μεγάλων κατηγοριών κέικ, είχαν σκοπό να σηματοδοτήσουν τις δύο διαφορετικές μεθόδους  κατασκευής; το “cup cake” (κάπ κέικ), χρησιμοποιούσε την ογκομετρική μέτρηση (κούπες), ενώ το “pound cake” (κέικ λιβρών) χρησιμοποιούσε το ζύγισμα.